σεξουαλικότητα

η, Ν [σεξουαλικός]
όρος ο οποίος προσδιορίζει το σύμπλεγμα τών ορμών, επιθυμιών, συνηθειών και πράξεων που σχετίζονται με τη σεξουαλική ζωή ενός οργανισμού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεξουαλικότητα — [сэксуаликотга] ουσ. Θ. сексуальность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παΐδι — Από βιολογική άποψη θεωρείται π. ο άνθρωπος από τη γέννησή του μέχρι τα 9 του χρόνια ή και μέχρι τα 11 14, ανάλογα με τους επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Η επιστήμη που ασχολείται με το π. είναι σχετικά νέα. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek

  • παιδί — Από βιολογική άποψη θεωρείται π. ο άνθρωπος από τη γέννησή του μέχρι τα 9 του χρόνια ή και μέχρι τα 11 14, ανάλογα με τους επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Η επιστήμη που ασχολείται με το π. είναι σχετικά νέα. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek

  • σεξουαλικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σεξουαλικότητα και στον σεξουαλισμό, γενετήσιος, αφροδίσιος 2. (για πρόσ.) α) ερωτικός β) λάγνος, προκλητικός 3. φρ. α) «σεξουαλικά γνωρίσματα» τα μορφολογικά και ψυχολογικά γνωρίσματα που… …   Dictionary of Greek

  • Λε Νταντέκ, Φελίξ — (Félix Le Dantec, 1869 – Παρίσι 1917). Γάλλος φυσιοδίφης και φιλόσοφος. Υπήρξε βοηθός του Παστέρ και ίδρυσε ένα ινστιτούτο στη Βραζιλία με σκοπό τη μελέτη του κίτρινου πυρετού. Το 1899 ανέλαβε την έδρα της βιολογίας στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης …   Dictionary of Greek

  • Μάσλοου, Άμπρααμ Χάρολντ — (Abraham Harold Maslow, Νέα Υόρκη 1908 – Καλιφόρνια 1970). Αμερικανός ψυχολόγος. Φοίτησε στο Σίτι Κόλετζ της Νέας Υόρκης και στο πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν, όπου απέκτησε πτυχίο ψυχολογίας (1930), μεταπτυχιακό (1931) και διδακτορικό τίτλο… …   Dictionary of Greek

  • Φρόιντ, Ζίγκμουντ — (Freud, Φράιμπεργκ, σήμερα Πρίμπορ, Μοραβία 1856 – Λονδίνο 1939). Αυστριακός νευροπαθολόγος. Είναι ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης. Πρωτότοκος από 7 αδέλφια, γεννήθηκε από τον δεύτερο γάμο του Εβραίου εμπόρου Γιάκοπ Φρόιντ και τα πρώτα χρόνια της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.